80.000 τόνους «λευκό χρυσό» έβγαλε η Ροδόπη το 2013

80.000 τόνους «λευκό χρυσό» έβγαλε η Ροδόπη το 2013

A- A+
This article is not available in the language you have selected and thus we are showing its original version. You can use Google Translate to translate it.

Πολύτιμο εισόδημα στους Έλληνες αγρότες εξακολουθεί να προσφέρει το βαμβάκι, ένα προϊόν που, όχι άδικα, έχει χαρακτηριστεί «λευκός χρυσός» κατά το παρελθόν. Στη χώρα μας, αυτό που ευνοεί και καθιστά κερδοφόρα την καλλιέργεια του βαμβακιού είναι κυρίως οι υψηλές επιδοτήσεις, που απολαμβάνει, αλλά και το γεγονός ότι υπάρχει ζήτηση για εξαγωγές, που φτάνουν πάνω από 90%. Το 2013, σε αντίθεση με κάποιες αρνητικές εκτιμήσεις, ήταν χρονιά που οι παραγωγοί χαμογέλασαν βλέποντας τις αποδόσεις των καλλιεργειών τους, τις τιμές διάθεσης του βαμβακιού και το εισόδημα, που κατΆ επέκταση εξασφάλισαν.

Καλύτερες στρεμματικές αποδόσεις, 849.000 τόνοι παραγωγής

Σύμφωνα με τον πρόεδρο των Θρακικών Εκκοκκιστηρίων, κ. Σταμάτη Κουρούδη, σε επίπεδο χώρας το βαμβάκι που παράχθηκε έφτασε στις 849.000 τόνους, τη στιγμή που η παραγωγή του 2012 ήταν γύρω στις 777.000 τόνους. Στο νομό Ροδόπης, έναν νομό που κατέχει ποσοστό λίγο μικρότερο από το 10% της εγχώριας «πίτας», οι αγρότες μάζεψαν από τα χωράφια τους 79.442 τόνους βαμβάκι, ελάχιστα μικρότερη ποσότητα από τους 80.451 τόνους του 2012. Σημειώνεται πάντως ότι σε πανελλαδικό επίπεδο το 2013 καλλιεργήθηκαν με βαμβάκι 400.000 στρέμματα λιγότερα σε σύγκριση με το 2012, ενώ στη Ροδόπη οι επίμαχες εκτάσεις ήταν σχεδόν ίδιες τις δύο τελευταίες χρονιές. Τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι στρεμματικές αποδόσεις ήταν αρκετά μεγαλύτερες φέτος, κάτι που οφείλεται στις καιρικές συνθήκες, αλλά και στην απουσία ασθενειών, που έπληξαν την προηγούμενη χρονιά τις βαμβακοκαλλιέργειες.

Από 42 λεπτά το 2012 στα 50 λεπτά το 2013 η διάθεση του βαμβακιού

Σε ό,τι αφορά τις τιμές, οι οποίες προσφέρθηκαν στους βαμβακοκαλλιεργητές, αυτές παρουσίασαν σημαντική αύξηση σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. Συγκεκριμένα, από τα 42 λεπτά το κιλό, που πούλησαν τη σοδειά τους το 2012 οι αγρότες, τη χρονιά που μας πέρασε έφτασαν να την πουλούν γύρω στα 50 λεπτά του ευρώ.

Σταμάτης Κουρούδης «Το καθεστώς επιδοτήσεων είναι αυτό που θα κρίνει και το μέλλον του βαμβακιού στην Ελλάδα»

Μπορεί τα παραπάνω στοιχεία να κρίνονται ενθαρρυντικά και ευχάριστα για τους παραγωγούς του βαμβακιού, εντούτοις το μεγαλύτερος μέρος του εισοδήματός τους εξακολουθεί να προέρχεται από τις επιδοτήσεις. Υπό αυτή την έννοια δεν εξάγεται κάποιο ασφαλές συμπέρασμα για το μέλλον του προϊόντος στη χώρα μας, αφού αυτό εξαρτάται σε άμεσο βαθμό από τη διατήρηση ή μη των υψηλών επιδοτήσεων. «Αυτές είναι που καθορίζουν στην ουσία την πολιτική των αγροτών και τις επιλογές τους», παρατήρησε ο κ. Κουρούδης, επισημαίνοντας ότι «εμείς ως Ελλάδα έχουμε κατοχυρώσει καλές επιδοτήσεις για το βαμβάκι, γιΆ αυτό και το καλλιεργούν οι αγρότες, αλλά αν αυτό αλλάξει θα σταματήσουν κι οι αγρότες να βάζουν βαμβάκι». Κατά τον πρόεδρο των Θρακικών Εκκοκκιστηρίων «το καθεστώς επιδοτήσεων είναι αυτό που θα κρίνει και το μέλλον του βαμβακιού», αφού υπό τις παρούσες συνθήκες, όπως εκτίμησε, το προϊόν είναι δύσκολο να σταθεί μόνο του στην αγορά.

«Το τι γίνεται με την κλωστοϋφαντουργία είναι και ένας δείκτης ανάπτυξης»

Όπως προαναφέρθηκε, οι παραγόμενες στη χώρα μας ποσότητες βαμβακιού κατευθύνονται σε εξαγωγές σε ποσοστό ίσως μεγαλύτερο του 90% και με προορισμό την Τουρκία, την Αίγυπτο και τις χώρες της ¶πω Ανατολής. Μία εύλογη απορία, που ανακύπτει, είναι γιατί η σημαντική αυτή εγχώρια παραγωγή δε συνοδεύεται από ανάπτυξη και του κλάδου της μεταποίησης, δηλαδή της κλωστοϋφαντουργίας, ώστε η ελληνική οικονομία να έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη. «Η κλωστοϋφαντουργία κακά τα ψέματα είναι η βιομηχανία των αναπτυσσόμενων χωρών», παρατήρησε ο κ. Κουρούδης, εξηγώντας ότι «όταν η Ευρώπη ήταν ανεπτυγμένη και εμείς ήμασταν πολύ πίσω, ας μην ξεχνάμε ότι είχε συγκεντρωθεί η ευρωπαϊκή κλωστοϋφαντουργία στην Ελλάδα, είχαμε φτάσει το 40% των παραγόμενων βιομηχανικών προϊόντων να είναι κλωστοϋφαντουργικά και το 28% του κόσμου που δούλευε στη μεταποίηση να είναι στην κλωστοϋφαντουργία». «Αυτό συνέβαινε γιατί υπήρχε μια αναπτυγμένη Ευρώπη κι εμείς ήμασταν εδώ με χαμηλά ημερομίσθια», συμπλήρωσε. «Όταν όμως άρχισε να αναπτύσσεται η Ελλάδα», επισήμανε, «άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα προβλήματα». «Ήταν πάνω-κάτω την ίδια εποχή, που συνέβαιναν οι αλλαγές στο ανατολικό μπλοκ», συνέχισε, «με αποτέλεσμα κάποιες μονάδες να μεταφέρουν τα κοστοβόρα τμήματά τους στις γειτονικές χώρες. Τώρα πλέον αυτό έχει πάει στην Ασία. Και μάλιστα στην ίδια την Ασία υπάρχουν χώρες, όπως η Τουρκία, που αναπτύσσεται, που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Διότι βλέπουμε κι από την Τουρκία να φεύγει η κλωστοϋφαντουργία και να πηγαίνει ακόμα ανατολικότερα, σε χώρες αρκετά πιο φθηνές». «Δηλαδή, το τι γίνεται με την κλωστοϋφαντουργία είναι και ένας δείκτης ανάπτυξης», σημείωσε κλείνοντας ο κ. Κουρούδης, «και με αυτήν την έννοια εγώ δεν πιστεύω ότι μπορεί η κλωστοϋφαντουργία να γυρίσει στην Ελλάδα».

«Οι αγρότες προτιμούν μια αποδεδειγμένα αξιόπιστη λύση»

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα Θρακικά Εκκοκκιστήρια, έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγροτών της περιοχή μας, βλέπουν το μερίδιό τους στην ελληνική αγορά να ανέρχεται στο ποσοστό του 7%. Το 2012 η επιχείρηση παρέλαβε 41.500 τόνους βαμβάκι, ενώ τη χρονιά που μας πέρασε η σχετική ποσότητα εκτοξεύτηκε στις 54.000 περίπου. Ο βασικότερος λόγος, που όχι μόνο επιβίωσε, αλλά κατάφερε να διευρύνει τον κύκλο εργασιών της μέσα στις δυσχερέστατες συνθήκες, που δημιουργεί η κρίση, ήταν κυρίως το ότι εμφάνιζε υγιή οικονομικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίσει προβλήματα ρευστότητας. Όπως εξήγησε ο κ. Κουρούδης, «οι διαφοροποιήσεις που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της κρίσης, ήταν αρκετά σημαντικές για τα εκκοκκιστήρια στην Ελλάδα. Αυτό που έκρινε αυτές τις διαφοροποιήσεις ήταν το θέμα της ρευστότητας. Τα εκκοκκιστήρια πρέπει μέσα σε 40 μέρες να αγοράσουν τις ποσότητες του βαμβακιού, οι οποίες έχουν μια πολύ μεγάλη αξία. Αυτό παλιότερα γινόταν, με αποτέλεσμα λίγο-πολύ όλα τα εκκοκκιστήρια να πληρώνουν τους αγρότες. Τώρα με την έλλειψη ρευστότητας, που υπάρχει γενικότερα στην οικονομία, οι τράπεζες χρηματοδοτούν λίγες επιχειρήσεις και οι υπόλοιποι για να πληρώσουν τους αγρότες πρέπει να πουλήσουν. Εκεί αρχίζουν τα προβλήματα, καθώς στις πωλήσεις όλες οι επιχειρήσεις δεν είναι το ίδιο δυνατές. Αυτό διαφοροποίησε τα πράγματα και υπήρξε μια συγκεντροποίηση κάποιων επιχειρήσεων. Δηλαδή κάποιες επιχειρήσεις μεγάλωσαν το μερίδιό τους στην αγορά, ακριβώς για τον λόγο ότι μπορούν να πληρώνουν έγκαιρα τους αγρότες και μπορούν να εμπνέουν μια σιγουριά. Γιατί όταν μια επιχείρηση περιμένει από τις πωλήσεις να πληρώσει τον αγρότη, σημαίνει ότι ο αγρότης θα πληρωθεί όταν και όσο πουληθεί το βαμβάκι. Αυτό δημιουργεί μια ανασφάλεια σε πολλούς αγρότες, οι οποίοι προτιμούν μια αποδεδειγμένα αξιόπιστη λύση». «Μέσα σε αυτό το περιβάλλον», κατέληξε ο πρόεδρος των Θρακικών Εκκοκκιστηρίων, «επειδή εμείς είχαμε σχετικά καλά οικονομικά στοιχεία και μπορέσαμε να χρηματοδοτηθούμε από τις τράπεζες, μεγαλώσαμε αρκετά το μερίδιό μας τα τελευταία χρόνια στην ελληνική αγορά. Το πρώτο που μας βοήθησε ήταν η χρηματοδότηση και το δεύτερο ότι εδώ και αρκετά χρόνια είχαμε εξειδικευτεί ως επιχείρηση στο κομμάτι των πωλήσεων, με αποτέλεσμα να είναι το δυνατό μας σημείο».

Το παράδοξο με το… έγχρωμο βαμβάκι

Αδυναμίες και εμπόδια στην προοπτική εκτεταμένης παραγωγής και χρήσης του

Μπορεί να ακούγεται παράδοξο, αλλά αν και επί αιώνες ο άνθρωπος πάσχιζε να εξασφαλίσει όσο το δυνατό πιο λευκό βαμβάκι, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μια προσπάθεια μετά από πειράματα να παραχθεί έγχρωμο βαμβάκι. Απώτερος στόχος είναι να αποφευχθεί η βαφή στη διαδικασία παραγωγής του τελικού ενδύματος, για λόγους κυρίως περιορισμού της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης που αυτή προκαλεί. Ωστόσο το επίμαχο εγχείρημα ενέχει ορισμένους κινδύνους και αρνητικά στοιχεία, όπως παρατήρησε ο κ. Κουρούδης. Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία καλλιέργειας, το έγχρωμο βαμβάκι πρέπει να βρίσκεται σε μέρος τελείως απομονωμένο, ώστε να αποφευχθεί η επιμόλυνση του λευκού. Ένα δεύτερο ζήτημα, που προκύπτει, αφορά στις ιδιότητες του έγχρωμου βαμβακιού, που ακόμα χαρακτηρίζονται από αρνητικά χαρακτηριστικά. «Είναι ένα βαμβάκι κοντόινο και με πολύ χαμηλή αντοχή», σημείωσε ο κ. Κουρούδης, «επομένως χρειαζόμαστε κι εκεί ακόμα βελτίωση». Τέλος, το τρίτο αρνητικό στοιχείο, που βάζει εμπόδια στην προοπτική εκτεταμένης παραγωγής και χρήσης του έγχρωμου βαμβακιού, είναι ότι τα χρώματα που έχουν προς το παρόν εξασφαλιστεί είναι μόνο τέσσερα και με αυτά γίνονται ελάχιστοι συνδυασμοί στην παραγωγή των ενδυμάτων.

newsletter

Subscribe to our daily newsletter